Από τη μέρα που 'χασα τη μάνα μου αντιμετωπίζω τους ανθρώπους γύρω μου σαν αυριανούς νεκρούς. Κάθε μου κίνηση και λέξη που τους απευθύνεται, πνίγεται στο άγχος πως δε θα προλάβω. Να τα κάνω και να τα πω όλα σήμερα, τώρα, γιατί αύριο θα λείπουν. Από αύριο και για πάντα, θα λείπουν. Και γω θα μείνω πίσω, γεμάτη πράγματα που τους ανήκουν και δεν τους τα 'δωσα ποτέ.
Φοβάμαι πως καταντάει να με βασανίζει πιότερο το ενδεχόμενο της δικής μου ολιγωρίας από το ίδιο το ενδεχόμενο της απουσίας τους. Λες κι έχει μεγαλύτερη σημασία η ανώφελη προσπάθειά μου να γεμίζω τα κενά, από τη ζωή την ίδια. Λες κι έτσι θα πονέσει λιγότερο το τετελεσμένο και μη αναστρέψιμο. Λες και γίνεται ποτέ να τα πεις και να τα δώσεις όλα. Ανοησίες. Ποιός ξέρει ποιός εγωκεντρικός μηχανισμός τα λαδώνει και τούτα τα γρανάζια.
Διαβάζω τη "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" του Γκανά και συγκλονίζομαι καθώς όταν 8χρονο πρωτοδιάβασα "το Κοριτσάκι με τα σπίρτα". Κλαίω. Τηλεφωνώ στην Α., προσπαθώ να της το διαβάσω απ' το τηλέφωνο και δε μ' αφήνουν τ' αναφιλητά. Αστεία πράγματα, τα 'χασε, βέβαια, το κορίτσι. Καταλαβαίνει όμως πως τούτο το παραμύθι, δεν είναι απλά μια θλιμμένη ιστορία. Είναι το "δράμα" της ενοχής μου, στίχο - στίχο. Είναι τα 350 χιλιόμετρα απόσταση μετρημένα με λέξεις. Είναι το "δεν τηλεφώνησα". Είναι το "δεν μπορώ να έρθω". Είναι η πρώιμη απολογία μου απέναντι στα αναδρομικά κατηγορητήρια που μου ετοιμάζω.
Είναι η ανημπόρια μου να γίνω πατέρας του πατέρα μου.
Είναι που πάλι, δε θα προλάβω.
Φοβάμαι πως καταντάει να με βασανίζει πιότερο το ενδεχόμενο της δικής μου ολιγωρίας από το ίδιο το ενδεχόμενο της απουσίας τους. Λες κι έχει μεγαλύτερη σημασία η ανώφελη προσπάθειά μου να γεμίζω τα κενά, από τη ζωή την ίδια. Λες κι έτσι θα πονέσει λιγότερο το τετελεσμένο και μη αναστρέψιμο. Λες και γίνεται ποτέ να τα πεις και να τα δώσεις όλα. Ανοησίες. Ποιός ξέρει ποιός εγωκεντρικός μηχανισμός τα λαδώνει και τούτα τα γρανάζια.
Διαβάζω τη "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" του Γκανά και συγκλονίζομαι καθώς όταν 8χρονο πρωτοδιάβασα "το Κοριτσάκι με τα σπίρτα". Κλαίω. Τηλεφωνώ στην Α., προσπαθώ να της το διαβάσω απ' το τηλέφωνο και δε μ' αφήνουν τ' αναφιλητά. Αστεία πράγματα, τα 'χασε, βέβαια, το κορίτσι. Καταλαβαίνει όμως πως τούτο το παραμύθι, δεν είναι απλά μια θλιμμένη ιστορία. Είναι το "δράμα" της ενοχής μου, στίχο - στίχο. Είναι τα 350 χιλιόμετρα απόσταση μετρημένα με λέξεις. Είναι το "δεν τηλεφώνησα". Είναι το "δεν μπορώ να έρθω". Είναι η πρώιμη απολογία μου απέναντι στα αναδρομικά κατηγορητήρια που μου ετοιμάζω.
Είναι η ανημπόρια μου να γίνω πατέρας του πατέρα μου.
Είναι που πάλι, δε θα προλάβω.
Photo: Old man in sorrow, Vincent Van Gogh, 1890Χριστουγεννιάτικη ιστορία, Μιχάλης Γκανάς
Κάθεται μόνος και καθαρίζει το όπλο του δίπλα στο τζάκι. Κανείς δε θα 'ρθει και το ξέρει, κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι, σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι. Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια. Εκείνη, τρία χρόνια πεθαμένη.
Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι, δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει. Στην τηλεόραση χιονίζει, το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι και στις παλιές φωτογραφίες, γνώριμα μάτια των νεκρών που τον κοιτάζουν απ' το μέλλον. Εκείνη, τρία χρόνια πεθαμένη και μόνο το δικό της βλέμμα έρχεται από τα περασμένα.
Κοντεύουν ξημερώματα κι ακόμη γυαλίζει τ' όπλο του δίπλα στο τζάκι με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει. Μένει στα δάχτυλα το λάδι αλλά το λάδι χάνεται. Θυμάται κυνηγετικές σκηνές με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα, πριν γίνει θήραμα ο ίδιος στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού που τον παραμονεύει αθέατος αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο, πότε μια λάμψη κάννης, πότε μια κίνηση στις κουμαριές κι η μυρωδιά απ' το βαρύ καπνό του. Ξέρει καλά ότι κρατάει μακρύκαννο παλιό μπροστογεμές, γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο. Όταν αποφασίσει να του ρίξει, δε θα προλάβει πάλι να τον δει πίσω απ' το σύννεφο της τουφεκιάς του.
Αν σκέφτεται στ' αλήθεια κάτι τέτοια και δεν τον τιμωρώ εγώ μ' αυτές τις σκέψεις, πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί. Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου, ένας πατέρας που του έτυχε σιωπηλό και δύστροπο παιδί και να του πω μια ιστορία για να τον πάρει ο ύπνος.
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα...
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα.
Απ' τις μασχάλες πιασ' τονε σα να 'ταν λαβωμένος.
Όπου πηγαίνεις τα παιδιά, εκεί περπάτησέ τον
με το βαρύ αμπέχωνο στις πλάτες του ν' αχνίζει.
Δως του κι ένα καλό σκυλί και τους παλιούς του φίλους
και ρίξε χιόνι ύστερα, άσπρο σαν κάθε χρόνο
Να βγαίνει η μάνα να κοιτά από το παραθύρι
την έγνοια της να βλέπουμε στα γαλανά της μάτια
κι όλοι, να της το κρύβουμε πως είναι πεθαμένη.
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε κι εμάς μαζί σου
με τους ανήλικους γονείς, παιδάκια των παιδιών μας.
Σε στρωματσάδα ρίξε μας μια νύχτα του χειμώνα
πίσω απ' τα ματοτσίνορα ν' ακούμε τους μεγάλους
να βήχουν, να σωπαίνουνε, να βλαστημούν το χιόνι
κι εμείς, να τους λυπόμαστε που γίνανε μεγάλοι
και να βιαζόμαστε πολύ να μοιάσουμε σ' εκείνους
να δουν πως μεγαλώσαμε, να παρηγορηθούνε.
3 σχόλια:
Συμμετέχω με συγκίνηση και σιωπώ αφού όλα ειπώθηκαν... Μόνο που νιώθω κι εγώ την ανάγκη να σιγοψιθυρίσω ένα νανούρισμα.
Ανεκτίμητη ενίοτε και η της σιωπής συνδρομή.
Κι ένα ιδιόρρυθμο νανούρισμα, μέσα απ' το καμίνι:
All night all I hear, all I hear is your heart.
How come?.. How come?..
(Neko Case, Furnace room lullaby)
Και αυτό:
http://www.youtube.com/watch?v=hEJt6LJP-3g
Δημοσίευση σχολίου