Μ' εφερ' η μάνα μου στον κοσμο ένα Σαββάτο
και στο τραπέζι αριθμούσα έβδομο πιάτο.
Είπε στον άντρα της "δεν έχει παρακάτω!
κορίτσι ήθελες, κορίτσι είναι, νατο!"
Βούρκωσ' εκείνος σα με κράτησε στα χέρια
"ετούτη" σκέφτηκε, "θα γίνει απ' τα ξεφτέρια!"
Φάλτσα με κοίμιζε νύχτες και μεσημέρια
και τόσα μου 'ταζε ακριβώς, όσα τ' αστέρια.
Όταν περπάτησα όλ' είπαν "μα, από τώρα;"
βρέφος δεν είχαν ξαναϊδεί με τέτοια φόρα!
Και με καμάρωναν που πριν από την ώρα
της ζωής ξεκίνησα πεζή την ανηφόρα.
Λίγο μεγάλωσα και μ' έστειλαν σχολείο.
Κομμάτι άβολο μου 'πεφτε το θρανίο
βαριόμουν, νύσταζα και το 'βρισκα αστείο
να κάνω αβίωτο του δάσκαλου το βίο.
Εκείνος πάλι, οπαδός της νουθεσίας
του "μάθε γράμματα έστω και δια της βίας"
στην πράξη πέρασε ελλείψει θεωρίας
και μου τραβούσε το αφτί μετά μανίας:
"Λέγε στραβάδι, ο ορισμός του ημιτόνου;
ποιά η εποχή του ζευγαρώματος του όνου;
στη γενική ποιά η τοποθέτησις του τόνου;
στην ίδια τάξη θα 'σαι ζώον και του χρόνου!"
Μα εγώ τις τάξεις όλες πέρασα εν τάχει
γοργά ξεχώρισα την ήρα από το στάχυ
και ρίχτηκα στου μεροκάματου τη μάχη
ελπίζοντας όσα μια νέα ελπίζει να 'χει.
Λαθροβιούσα πλάι στα στόματα των λύκων
μ' ένα ολοστρόγγυλο μηδέν εις το πηλίκον
σπούδαζα έρωτα με δάσκαλους κατ' οίκον
στο μάθημα άριστη μα σκράπας στο καθήκον.
Πέρασαν χρόνια και μ' αφήσανε στην πάντα
κι ούτε κατάλαβα - όπως συμβαίνει πάντα
πως είμαι πλέον δυστυχώς ετών σαράντα
κι έχω στην άκρη μόνο στίχους για αβάντα.
Ψάχνω να βρω λοιπόν σωτήρια σανίδα
ή ένα μπούσουλα, ένα διάκι, μια πυξίδα
να μ' οδηγήσει σε μιαν άξια πατρίδα
για κάποια έκπτωτη ιπτάμενη ηρωίδα.
Κι αν κάπου έσφαλα μη μου ανησυχείτε:
λόγο δεν εχετε κανενα να βιαστείτε!
Θα 'χετε χρόνο κι ευκαιρία να μου τα πείτε
όταν η διεύθυνσις θα λέει "ενθάδε κείται".
και στο τραπέζι αριθμούσα έβδομο πιάτο.
Είπε στον άντρα της "δεν έχει παρακάτω!
κορίτσι ήθελες, κορίτσι είναι, νατο!"
Βούρκωσ' εκείνος σα με κράτησε στα χέρια
"ετούτη" σκέφτηκε, "θα γίνει απ' τα ξεφτέρια!"
Φάλτσα με κοίμιζε νύχτες και μεσημέρια
και τόσα μου 'ταζε ακριβώς, όσα τ' αστέρια.
Όταν περπάτησα όλ' είπαν "μα, από τώρα;"
βρέφος δεν είχαν ξαναϊδεί με τέτοια φόρα!
Και με καμάρωναν που πριν από την ώρα
της ζωής ξεκίνησα πεζή την ανηφόρα.
Λίγο μεγάλωσα και μ' έστειλαν σχολείο.
Κομμάτι άβολο μου 'πεφτε το θρανίο
βαριόμουν, νύσταζα και το 'βρισκα αστείο
να κάνω αβίωτο του δάσκαλου το βίο.
Εκείνος πάλι, οπαδός της νουθεσίας
του "μάθε γράμματα έστω και δια της βίας"
στην πράξη πέρασε ελλείψει θεωρίας
και μου τραβούσε το αφτί μετά μανίας:
"Λέγε στραβάδι, ο ορισμός του ημιτόνου;
ποιά η εποχή του ζευγαρώματος του όνου;
στη γενική ποιά η τοποθέτησις του τόνου;
στην ίδια τάξη θα 'σαι ζώον και του χρόνου!"
Μα εγώ τις τάξεις όλες πέρασα εν τάχει
γοργά ξεχώρισα την ήρα από το στάχυ
και ρίχτηκα στου μεροκάματου τη μάχη
ελπίζοντας όσα μια νέα ελπίζει να 'χει.
Λαθροβιούσα πλάι στα στόματα των λύκων
μ' ένα ολοστρόγγυλο μηδέν εις το πηλίκον
σπούδαζα έρωτα με δάσκαλους κατ' οίκον
στο μάθημα άριστη μα σκράπας στο καθήκον.
Πέρασαν χρόνια και μ' αφήσανε στην πάντα
κι ούτε κατάλαβα - όπως συμβαίνει πάντα
πως είμαι πλέον δυστυχώς ετών σαράντα
κι έχω στην άκρη μόνο στίχους για αβάντα.
Ψάχνω να βρω λοιπόν σωτήρια σανίδα
ή ένα μπούσουλα, ένα διάκι, μια πυξίδα
να μ' οδηγήσει σε μιαν άξια πατρίδα
για κάποια έκπτωτη ιπτάμενη ηρωίδα.
Κι αν κάπου έσφαλα μη μου ανησυχείτε:
λόγο δεν εχετε κανενα να βιαστείτε!
Θα 'χετε χρόνο κι ευκαιρία να μου τα πείτε
όταν η διεύθυνσις θα λέει "ενθάδε κείται".
2 σχόλια:
Δεν παίζεσαι νεαρά!!!!!! :)))))
Δε με παίζουν! - όχι οι φιλενάδες μου.
(είναι τώρα αυτό σοβαρή πρόταση;!)
Δημοσίευση σχολίου