Κατέβα. Ως τη γωνία μόνο. Να δεις αν έρχομαι. Έλα, μη βαριέσαι. Πάρ' τα πόδια σου. Σήκω. Θα σβήσουν τα μάτια σου, καταλαβαίνεις; Έτσι μου είπαν εμένα: "σβήσαν τα μάτια σου". Μη σβήσουν και τα δικά σου - ένας απ' τους δυο πρέπει να βλέπει. Καθαρά.
Έλα, σήκω. Αφού το ξέρεις πως αυτά δε σου πρέπουν. Τι θες εσύ εκεί; Εσύ, με τους επαναστάτες του κώλου και τις ετερόφωτες κυρίες τους τις οπαδές από πάντα του "σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω". Θα ξεθωριάσεις, καταλαβαίνεις; Τι δουλειά έχει ο λόγος ο δικός σου πλάι στα αναμασήματά τους; Τι να κοινωνήσεις με την κοινωνία των φαφλατάδων με τους εύκαμπτους σβέρκους; Τι να τους πεις και να το καταλάβουν; Άλλη η δική τους γραμματική, άλλη η γεωγραφία τους.
Σήκω σου λέω. Μη με κάνεις να θυμώσω. Θυμώνω, ναι θυμώνω. Πώς αλλιώς; Ως το λαιμό είσαι βουτηγμένος στην πηχτή βλακεία τους: εξυπνακισμοί, καλοδουλεμένες ατάκες, φαρισαϊσμοί κι από ουσία, δίφραγκο. Θα πνιγείς, καταλαβαίνεις; Έχουν "ειδικό" βάρος αυτοί οι κυνηγοί της εντύπωσης που εσύ δεν το 'χεις. Θα σε κρατήσουν κάτω. "Χαμοσερνάμενος". Δική σου λέξη. Θυμήσου κι άλλες τέτοιες και κάνε τις σημαία στον ιστό τους. Και βγες. Και πάρε ανάσα.
Τελευταία φορά. Σήκω. Ως τη γωνία. Όχι πιο πέρα. Ως εκεί, φτάνει. Λίγο να καθαρίσει η ανάσα σου απ' τα δικά τους χνώτα. Λίγο να θυμηθούν τα μάτια σου παλιές, κατάδικές τους εικόνες. Λίγο ν' αφουγκραστείς τη γη να χτυπάει κάτω απ' τα πόδια σου σαν καρδιά γυναίκας σε οργασμό. Λίγο να σκύψεις μέσα σου να βρεις τον "χαρισματικό και απαζάρευτο". Λίγο μόνο, φτάνει. Και δε θα με δεις να έρχομαι, το υπόσχομαι.
Σήκω, όμως.
Θα σβήσεις, καταλαβαίνεις;
Εσύ όμως λέει δεν θα 'σαι απ’ αυτούς.
Θα σηκωθείς και θα χορέψεις παραγγελιά
"βεργούλες και με δείρανε..."
και θα κρατάς στις χούφτες σου
μ’ αγάπη και με προσοχή το μυαλό μου.
Είναι έτοιμο να διαλυθεί στα χίλια. Με πονάει.
Κι όταν έρθουνε να σου πουν
"εδώ δεν είναι τόπος και χρόνος για τέτοια πράγματα"
τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρισε.
Κατερίνα Γώγου