Πέμπτη, Φεβρουάριος 02, 2012

Πεζοπόροι στίχοι

Photo: New York, Central Park Conservatory - The Three Girls Fountain.

Την πρωτότοκή μου την ονόμασα Πάθος. Τη μεγάλωσα να 'ναι αγνή, τη μεγάλωσα να 'ναι άγρια. Την πήγα εκεί όπου κανένα παιδί δεν θα 'πρεπε ποτέ να πάει. Όπου όμως κι αν την πήγα, εκείνη έκαιγε τις γέφυρες, έκοβε τα δέντρα, πεσμένη στα γόνατά της τα ξερίζωνε κι όλες οι πόρτες στο διάβα της έμεναν ορθάνοιχτες. Οι άλλοι, μάταια προσπαθούσαν να τη συγκρατήσουν και μου 'λεγαν πως έπρεπε δεμένη και κλειδωμένη να την κρατώ. Όταν έπεσε, δεν άκουσα τίποτα. Τα παπούτσια της μόνο βρήκα δίπλα στο πηγάδι κι από τότε, παγωμένη κοιμάται εκεί κάτω βαθιά.

Τη δεύτερή μου κόρη την είπα Αγάπη κι ευχαριστούσα τον θεό και τ' άστρα ψηλά που αξιώθηκα μια τέτοια ξέχειλη από αγάπη καρδιά. Έφτιαξα ένα σπίτι από ξύλα και πέτρες και μέσα εκεί, η γυναίκα μου, το παιδί μου κι εγώ, ζούσαμε ευτυχισμένοι χαμογελώντας στα ντουβάρια. Ώσπου, επιστρέφοντας ένα βράδυ αργά, δε μπόρεσα να βρω το δρόμο για το σπίτι μου. Πέρασα ένα κρύο σκοτεινό κατώφλι, ήπια ένα - μπορεί και τέσσερα - ποτά, μετά αλλά πέντε - μπορεί και περισσότερα - και μου φάνηκε πως άκουσα την Πάθος να με φωνάζει. Για εφτά μερόνυχτα μονάχος σερνόμουν μέσα στο βαθύ χαντάκι μέχρι που τελικά, κατάφερα να βρω την επιφάνεια και το σπίτι μου. Όταν όμως πλησίασα είδα πως η Αγάπη δεν κατοικούσε πια εκεί και κανείς τώρα πια δεν ξέρει να μου πει πού θα τη βρω.

Την τρίτη μου κόρη την ονόμασα Πόνο και για δεύτερο όνομα της έδωσα το Θλίψη. Έχτισα τείχη ψηλά να την κρατάω ασφαλή κι όταν πέσει η νύχτα, σκαρφαλώνω τα τείχη, σέρνομαι στο κενό κι εκεί στέκομαι και τη βλέπω συνέχεια να θεριεύει.

Φύσα αέρα, φύσα όσο μπορείς: ποτέ, ποτέ δε θα μπορέσεις να σκορπίσεις τη Θλίψη μου.

Το κείμενο είναι πεζή απόδοση των στίχων του τραγουδιού "Sorrow" των Salter Cane. Οι στίχοι είναι εδώ και το τραγούδι εδώ. Αυτή είναι η επίσημη ιστοσελίδα του συγκροτήματος.

Τρίτη, Ιανουάριος 24, 2012

Real Virtuality


Απόγευμα Κυριακής κι έχω στη φύλαξή μου τέσσερα πιτσιρίκια. Σε φάση ηρεμίας που τα μεγαλύτερα είναι απασχολημένα με τα μαθήματά τους, στέκομαι και παρατηρώ τον εξάχρονο Οδυσσέα που τον έχει απορροφήσει ένα pc game. Έχει το δεξί του χέρι στο γύψο - το έσπασε ανήμερα των γενεθλίων του - και παλεύει με το αριστερό μόνο, να φέρει βόλτα τα πλήκτρα τα απαραίτητα για τις κινήσεις του παιχνιδιού. Η δυσκολία του εγχειρήματος φανερώνεται από τα επιφωνήματα απογοήτευσης του μικρού. Η αποφασιστικότητά του να κερδίσει, εκδηλώνεται αντίστοιχα από κραυγές θριάμβου κάθε φορά που περνάει μια "πίστα" και ανεβαίνει σε "επίπεδο".

Πλησιάζω και προσπαθώ να μπω στο πνεύμα της μικρής του εικονικής περιπέτειας. Το story γνωστό: ο χαριτωμένος καλός ήρωας που ακολουθεί τη διαδρομή προς το τέλος (και τη νίκη), προσπαθώντας στο πέρασμά του να συγκεντρώσει όσα περισσότερα εφόδια γίνεται αποφεύγοντας συγχρόνως διάφορους τερατόμορφους κακούς που του στήνουν παγίδες. Με παραξενεύει η τακτική του παιδιού. Προχωρά πάντα προς τα μπρος, μαζεύει ό,τι προλάβει απ' όσα βρεθούν στο διάβα του και αν κάτι ξεφύγει, ποτέ μα ποτέ δε γυρίζει πίσω για να το πάρει όσο σημαντικό κι αν είναι για το παρακάτω της πορείας του. Τον ρωτάω σχετικά και η απάντηση έρχεται σαφής και χωρίς περιθώρια διαπραγμάτευσης: "δεν προλαβαίνω! ο χρόνος τρέχει!" και μου δείχνει το χρονόμετρο. Μάλιστα.

Συνεχίζω να στέκομαι πίσω του κι εκείνος, θέλοντας να επωφεληθεί της μάλλον ενοχλητικής παρουσίας μου, ζητά τη βοήθειά μου και με ορίζει δεξί του χέρι στην θέση εκείνου που είναι στο γύψο. "Θα πατάς το spacebar κάθε φορά που θα σου λέω «πήδα»!" μου λέει και σκύβω κι εγώ στο καθήκον της ώθησης με όσο ζήλο του αναλογεί, δηλαδή ελάχιστο. Ο μικρός συνεχίζει την ξέφρενη διαδρομή του με τον χρόνο να τον κυνηγά. Δε σταματάει πουθενά. Δεν υπολογίζει ούτε τις παγίδες. Πάει και πέφτει με τα μούτρα πάνω στα τερατάκια που παραφυλάνε και που τον κάνουν τόπι στο ξύλο. Καμία ενόχληση, τις τρώμε και πάμε παρακάτω. "Γιατί αγάπη μου δεν αλλάζεις δρόμο για να τους αποφύγεις;" ρωτάω αφελώς. "Γιατί χάνω χρόνο! Κι άλλωστε, έχω πολλή «ζωή» ακόμα. Δες!" και ο μικροσκοπικός του δείκτης οδηγεί το βλέμμα μου σε μια κοντόγεμη "μπάρα" που ορίζει το σύνολο των "ζωών" του στο παιχνίδι. Α χα!

Σύντομα δηλώνω κουρασμένη και αποτραβιέμαι στον καναπέ και στις σκέψεις μου. Κάνω τη σύνδεση της εικονικής με την πραγματική περιπέτεια της ζωής που ο μικρούλης Οδυσσέας ακόμα δεν έχει γνωρίσει. Φέρνω τον εαυτό μου στη θέση του ήρωα και βήμα βήμα αναπαριστώ τη διαδρομή μου σε μια "πίστα" που αισίως κρατά σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα. Η τακτική μου, άλλη. Με πισωγυρίσματα άφθονα στη σκέψη πως κάτι έμεινε πίσω που δεν πρέπει να πάει χαμένο. Με καθυστερήσεις επί καθυστερήσεων, με χρόνο δοσμένο σε "μάχες" αμφίβολης αναγκαιότητας. Με αναμονές σε ασφαλείς προθαλάμους, μέχρι να περάσει ο κίνδυνος και να ορίσουν οι συνθήκες το σωστό "timing". Με συγκρούσεις που απέφυγα με το φόβο της νίκης περισσότερο παρά της ήττας. Με την πεποίθηση πάντα πως χρόνος υπάρχει. Μέχρι να κοιτάξεις τη "μπάρα" και να δεις πως αυτός που απομένει, δε φτάνει για να καλύψει όσα αμέλησες ή φοβήθηκες. Αλλά κι αν ακόμα φτάνει, το "timing" δεν είναι πια το κατάλληλο.

Δε με μελαγχολούν αυτές οι σκέψεις διόλου. Είναι νωρίς ακόμα για γενικούς απολογισμούς. Προς το παρόν, ασφαλίζομαι στη σκέψη του ποιητή πως "ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά". Δεν τη δανείζομαι για να κρυφτώ, να δικαιολογηθώ ή να υπεκφύγω. Την κρατώ ως το δικό μου λάφυρο από κάθε χαμένο μου αγώνα και την κάνω όπλο για το παραπέρα, μέχρι να φτάσω στο τέλος κι εγώ της "πίστας".

Τους συλλογισμούς μου διακόπτουν απότομα οι φωνές του πιτσιρίκου που χοροπηδάει με κίνδυνο να σπάσει και τ' άλλο του χέρι φωνάζοντας "νίκησα! νίκησα!" ενώ μου δείχνει την οθόνη όπου ένα τεράστιο πολύχρωμο "YOU ARE A WINNER!" αναβοσβήνει.

Enya - Only time

Κυριακή, Ιανουάριος 08, 2012

Ηλιότροπο

Σήμερα βρέχει παγωμένες καρφίτσες. Έχω αφήσει το δέρμα μου απλωμένο στα κάγκελα του μπαλκονιού και παρακολουθώ τα δελτία καιρού. Περιμένω. Στο πρώτο άκουσμα της λέξης "ήλιος" θα το ξαναφορέσω έτσι, διάτρητο, και θα βγω στους δρόμους.

Και θ' αφήσω το φως να περάσει μέσα μου.

Loss of Love (Theme from "Sunflower" movie, Henry Mancini)

Δευτέρα, Ιανουάριος 02, 2012

Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μία Pentax

Ήθελα το πρώτο post-it στο Παράθυρο του 2012 να είναι εύθυμο. Όσο κι αν προσπάθησα, δε βρήκα κάπου να πιαστώ για να ευθυμήσω. Ανέτρεξα λοιπόν κι εγώ στο παρελθόν. Μέσα από ξεχασμένα αρχεία ανέσυρα μια στιχοπλοκία μου, γέννημα μιας νυχτερινής κουβέντας μ' ένα φίλο. Μια αστεία παρεξήγηση που απέκτησε μέτρο, ρυθμό και όνομα κι έμεινε στην ιστορία σαν ντοκουμέντο που αποδεικνύει την αξία της στιγμής και την (όποια) έμπνευση πηγάζει από τα πιο απλά πράγματα.

Στον Χρήστο λοιπόν και στις μεταξύ μας απίθανες κουβέντες.



Μπρος στην οθόνη κάθομαι και ποίημα διαβάζω
μα είν' ο στίχος δύσκολος κι άκρη καμιά δε βγάζω.
Κι εκεί καθώς βλαστήμαγα που μου 'βγαλε την πίστη
μήνυμα λέει το msn έχεις από 'να χρήστη.
Κοιτώ και βλέπω "Ανόσιος". Α, λέω, ο Χρηστάκης!
(φίλος - με κάνει και γελώ σαν την τρελή πλειστάκις).
Έλαμψε το δωμάτιο, χαρά μεγάλη πήρα
στάσου, του λέω, να πεταχτώ να φέρω καμιά μπύρα.
Όχι! φωνάζει, μην κουνάς κι εκεί που είσαι μείνε!
τώρα που σε χρειάζομαι παρηγοριά μου γίνε!
Γέλασα και σηκώθηκα, για χωρατό το πήρα
πάω στο ψυγείο και γυρνώ παρέα με τη μπύρα.
Στρώνομαι, ανοίγω, τί να δω! το Χρήστο να λυσσάει
"τι έπαθα ο άμοιρος, η σκρόφα θα με φάει!"
Καθότι αυτοδίδακτη μα τέλεια ψυχολόγος
το πιάνω ευθύς το νόημα: γυναίκα είν' ο λόγος!
Έλα βρε φίλε, σώπασε, μην είν' η τελευταία;
Γυναίκα θέλεις; θα σου βρω! πιο φίνα, πιο ωραία!
Άλλη δε θέλω! Μόνο αυτή! που μ' έχει παλαβώσει!
Άλλος κανείς για δαύτηνε έτσι δεν έχει νοιώσει!
Κι είναι ψηλά, πολύ ψηλά κι ο δόλιος δεν τη φτάνω
μα να το ξέρεις πως γι' αυτή, στην ψάθα θα πεθάνω!
Βρε, λέω, το θεοπάλαβο, στ' αλήθεια έχει αγαπήσει
και σπάζω το κεφάλι μου στο δράμα να βρω λύση.
Ποιά είναι βρε πουλάκι μου; την είδα; τη γνωρίζω;
πες μου τουλάχιστο όνομα να ξέρω ποιά θα βρίζω!
Χτυπιέται, κλαίει το παιδί, θάμπωσε η οθόνη
κι εκεί μέσα στα κλάμματα, "Pentax!" μου λέει και λιώνει.
Μπα, δε θα διάβασα σωστά. Τι "Pentax" κι ιστορίες;
Χαθήκαν οι Παρασκευές, οι Στέλλες, οι Μαρίες;
Και πούθε είναι Χρήστο μου; μην είναι αμερικάνα;
εγγλέζα μήπως; καναδή; τι διάλο είν' η ρουφιάνα;
Και τότε το καμάρι μου, λίγο πριν πέσει τέζα
μου λέει μ' αναφιλητό πως είναι γιαπωνέζα!
Φτου να σε πάρει, σκέφτομαι, χαθήκαν οι γυναίκες;
Τι ζήλεψες στις κίτρινες που 'ναι στεγνές σα στέκες;
Μα δεν του το 'πα, βάλθηκα να τονε συνεφέρω
κι όταν συνήλθε, του 'ταξα να πάω να του τη φέρω.
Μα δώσε μου του λέω να δω, κάτι να τη γνωρίσω
που ΄ναι όλες κείνες μια κοψιά, πώς θα την ξεχωρίσω;
Κι ενώ οραματιζόμουνα μια γκέϊσα αφράτη
μου 'ρχεται link κατάμουτρα κι ο Χρήστος λέει "νάτη!"
Τι 'τανε τούτο που 'παθα σαν άνοιξε η σελίδα
που άλλο περίμενα να δω κι άλλο η μαύρη είδα;
Τί ζάλη, τί μπουμπουνητό, τί πίσσα, τί σκοτάδι;
τί ανεμοδούρα, τί χαμός μου 'λαχε αυτό το βράδυ;
Δεν είχε φωτογραφηθεί κοπέλα όλο νάζι
παρά μονάχα η μηχανή φωτογραφίες που βγάζει!
Γυρίζω στο παράθυρο κι αρχίζω τα καντήλια
που αν τα βλεπε η μητρόπολη θα 'σκαζε από τη ζήλια:
Μπα που να φας τα πόδια σου γρουσούζη, ανάθεμά σε
για τούτη δω σκοτώνεσαι, δεν τρως και δεν κοιμάσαι;
Νόμιζα ξεμυαλίστηκες από ομορφιά ή πλούτη
κι εσύ βρε ζώον δέρνεσαι γι' αυτό το χαζοκούτι;
Μίλα καλά μου λέει αυτός, πάρε το λόγο πίσω!
Άλλη απ' αυτή καλύτερη δε βρήκα ν' αγαπήσω!
Όρσε του λέω εραστή φακού και αισθητήρα!
για εστίασε στο φάσκελο απ' τη δεξιά μου χείρα!
και πάρτα πάλι και διπλά για υψηλή ευκρίνεια
που για μια παλιομηχανή με τάραξες στη γκρίνια!
Αφού καλά τον στόλισα τον έστειλα για ύπνο
μα εκεί, καθώς σερβίριζα στο σκύλο μου το δείπνο
μες στο μυαλό μου μια φωνή μου έλεγε "ντροπή σου!
μην είσαι τόσο πια σκληρή, τα νιάτα σου θυμίσου
τότε που σαν παιδί κι εσύ ζήλευες, πεθυμούσες
εκείνα περισσότερο που να 'χεις δε μπορούσες!"
Πάλεψα μέσα μου πολύ το λέω, δεν το κρύβω
κι αφού πλέον κουράστηκα τον νου μου να τον στύβω
ας πάει και το παλιάμπελο λέω, θα τον βοήθησω
για να 'χει αυτός τη μηχανή, βρήκα τι θα πουλήσω!
Χρυσαφικά, ακίνητα και μετοχές δεν έχω
η μοίρα μου με όρισε απ' όλ' αυτά ν' απέχω.
Έχω όμως στίχους ζηλευτούς με "νόημα" και "βάρος"
κι αφού το αποφάσισα θα σας το πω με θάρρος:
με μια Pentax μηχανή τους στίχους μου αλλάζω!
Καθόλου δε θα λυπηθώ και στο σφυρί τους βγάζω!

Τετάρτη, Δεκέμβριος 28, 2011

Μήπως και


Πάνε τρία χρόνια που πρωτοδιάβασα αυτό το κείμενο. Απ' την πρώτη φορά επέστρεψα πολλές και το ξαναδιάβασα - πολύ πριν προλάβουν οι μέρες να ξαναγίνουν "χρονιάρες".

Δε γνωρίζω απολύτως τίποτα για τον συγγραφέα. Μόνο τα κείμενά του στο Ουδέν. Δεν έχω τρόπο ούτε καν να του ζητήσω την άδεια της "αναμετάδοσης". Ας είναι. Αν τιμωρηθώ, ας είναι η τιμωρία άξια του "κλέφτη των ροδακινιών".

Ότι βρέχει το ξέρω. Γι’ αυτό ήρθα. Μήπως και κρυώνεις. Μήπως κι αγριεύεσαι μόνος σου. Θες την αλήθεια; Δεν το πίστευα αυτό το μήπως και, δεν το πίστευα, δεν είναι της ιδεολογίας μου. Αλλά εσύ το πίστευες. Είχες κρεμαστεί πάνω του. Μήπως και, έλεγες. Προλάβεις. Και κοντά σου, το έλεγα κι εγώ. Υπομόνεψε, έλεγα, μήπως και. Αλλά δεν προλάβαμε, ε; Δεν προλάβαμε. Και τώρα βρέχει. Κι ευχές βρέχει, γιατί είναι χρονιάρες μέρες και φιλιέται ο κόσμος στα κατώφλια και λέει χρόνια πολλά μήπως και. Τα ζήσει. Γι’ αυτό ήρθα. Γιατί, πες-πες, φαίνεται πως το πίστεψα πολύ το μήπως και σου. Χρόνια πολλά, λοιπόν. Χρόνια πολλά, μήπως και. Μήπως και μ’ ακούσεις, λέω, και ζεσταθείς κάπως.

Αυτό το "μήπως και" λοιπόν. Στρωμένο χαλάκι στην εξώπορτά μου που δεν καταδέχτηκες ποτέ να το πατήσεις. Να μπεις καθαρός. Σκοντάφτεις πάνω του και βλαστημάς. Το κλωτσάς στην άκρη και με σιγουριά α π ό λ υ τ η προχωράς στα ενδότερα. Ίσως γι' αυτό. Για τα λασπωμένα ίχνη. Για να 'μαι απολύτως σίγουρη κι εγώ μετά την αναχώρησή σου, για το πέρασμά σου. Ενθύμια - λάσπη και το "μήπως και" μου ολοκάθαρο, πάντα να περιμένει.

"Rude are the tongues of love that speak of mercy for us all and leave us only with a song".