Ήθελα το πρώτο post-it στο Παράθυρο του 2012 να είναι εύθυμο. Όσο κι αν προσπάθησα, δε βρήκα κάπου να πιαστώ για να ευθυμήσω. Ανέτρεξα λοιπόν κι εγώ στο παρελθόν. Μέσα από ξεχασμένα αρχεία ανέσυρα μια στιχοπλοκία μου, γέννημα μιας νυχτερινής κουβέντας μ' ένα φίλο. Μια αστεία παρεξήγηση που απέκτησε μέτρο, ρυθμό και όνομα κι έμεινε στην ιστορία σαν ντοκουμέντο που αποδεικνύει την αξία της στιγμής και την (όποια) έμπνευση πηγάζει από τα πιο απλά πράγματα.
Στον Χρήστο λοιπόν και στις μεταξύ μας απίθανες κουβέντες.

Μπρος στην οθόνη κάθομαι και ποίημα διαβάζω
μα είν' ο στίχος δύσκολος κι άκρη καμιά δε βγάζω.
Κι εκεί καθώς βλαστήμαγα που μου 'βγαλε την πίστη
μήνυμα λέει το msn έχεις από 'να χρήστη.
Κοιτώ και βλέπω "Ανόσιος". Α, λέω, ο Χρηστάκης!
(φίλος - με κάνει και γελώ σαν την τρελή πλειστάκις).
Έλαμψε το δωμάτιο, χαρά μεγάλη πήρα
στάσου, του λέω, να πεταχτώ να φέρω καμιά μπύρα.
Όχι! φωνάζει, μην κουνάς κι εκεί που είσαι μείνε!
τώρα που σε χρειάζομαι παρηγοριά μου γίνε!
Γέλασα και σηκώθηκα, για χωρατό το πήρα
πάω στο ψυγείο και γυρνώ παρέα με τη μπύρα.
Στρώνομαι, ανοίγω, τί να δω! το Χρήστο να λυσσάει
"τι έπαθα ο άμοιρος, η σκρόφα θα με φάει!"
Καθότι αυτοδίδακτη μα τέλεια ψυχολόγος
το πιάνω ευθύς το νόημα: γυναίκα είν' ο λόγος!
Έλα βρε φίλε, σώπασε, μην είν' η τελευταία;
Γυναίκα θέλεις; θα σου βρω! πιο φίνα, πιο ωραία!
Άλλη δε θέλω! Μόνο αυτή! που μ' έχει παλαβώσει!
Άλλος κανείς για δαύτηνε έτσι δεν έχει νοιώσει!
Κι είναι ψηλά, πολύ ψηλά κι ο δόλιος δεν τη φτάνω
μα να το ξέρεις πως γι' αυτή, στην ψάθα θα πεθάνω!
Βρε, λέω, το θεοπάλαβο, στ' αλήθεια έχει αγαπήσει
και σπάζω το κεφάλι μου στο δράμα να βρω λύση.
Ποιά είναι βρε πουλάκι μου; την είδα; τη γνωρίζω;
πες μου τουλάχιστο όνομα να ξέρω ποιά θα βρίζω!
Χτυπιέται, κλαίει το παιδί, θάμπωσε η οθόνη
κι εκεί μέσα στα κλάμματα, "Pentax!" μου λέει και λιώνει.
Μπα, δε θα διάβασα σωστά. Τι "Pentax" κι ιστορίες;
Χαθήκαν οι Παρασκευές, οι Στέλλες, οι Μαρίες;
Και πούθε είναι Χρήστο μου; μην είναι αμερικάνα;
εγγλέζα μήπως; καναδή; τι διάλο είν' η ρουφιάνα;
Και τότε το καμάρι μου, λίγο πριν πέσει τέζα
μου λέει μ' αναφιλητό πως είναι γιαπωνέζα!
Φτου να σε πάρει, σκέφτομαι, χαθήκαν οι γυναίκες;
Τι ζήλεψες στις κίτρινες που 'ναι στεγνές σα στέκες;
Μα δεν του το 'πα, βάλθηκα να τονε συνεφέρω
κι όταν συνήλθε, του 'ταξα να πάω να του τη φέρω.
Μα δώσε μου του λέω να δω, κάτι να τη γνωρίσω
που ΄ναι όλες κείνες μια κοψιά, πώς θα την ξεχωρίσω;
Κι ενώ οραματιζόμουνα μια γκέϊσα αφράτη
μου 'ρχεται link κατάμουτρα κι ο Χρήστος λέει "νάτη!"
Τι 'τανε τούτο που 'παθα σαν άνοιξε η σελίδα
που άλλο περίμενα να δω κι άλλο η μαύρη είδα;
Τί ζάλη, τί μπουμπουνητό, τί πίσσα, τί σκοτάδι;
τί ανεμοδούρα, τί χαμός μου 'λαχε αυτό το βράδυ;
Δεν είχε φωτογραφηθεί κοπέλα όλο νάζι
παρά μονάχα η μηχανή φωτογραφίες που βγάζει!
Γυρίζω στο παράθυρο κι αρχίζω τα καντήλια
που αν τα βλεπε η μητρόπολη θα 'σκαζε από τη ζήλια:
Μπα που να φας τα πόδια σου γρουσούζη, ανάθεμά σε
για τούτη δω σκοτώνεσαι, δεν τρως και δεν κοιμάσαι;
Νόμιζα ξεμυαλίστηκες από ομορφιά ή πλούτη
κι εσύ βρε ζώον δέρνεσαι γι' αυτό το χαζοκούτι;
Μίλα καλά μου λέει αυτός, πάρε το λόγο πίσω!
Άλλη απ' αυτή καλύτερη δε βρήκα ν' αγαπήσω!
Όρσε του λέω εραστή φακού και αισθητήρα!
για εστίασε στο φάσκελο απ' τη δεξιά μου χείρα!
και πάρτα πάλι και διπλά για υψηλή ευκρίνεια
που για μια παλιομηχανή με τάραξες στη γκρίνια!
Αφού καλά τον στόλισα τον έστειλα για ύπνο
μα εκεί, καθώς σερβίριζα στο σκύλο μου το δείπνο
μες στο μυαλό μου μια φωνή μου έλεγε "ντροπή σου!
μην είσαι τόσο πια σκληρή, τα νιάτα σου θυμίσου
τότε που σαν παιδί κι εσύ ζήλευες, πεθυμούσες
εκείνα περισσότερο που να 'χεις δε μπορούσες!"
Πάλεψα μέσα μου πολύ το λέω, δεν το κρύβω
κι αφού πλέον κουράστηκα τον νου μου να τον στύβω
ας πάει και το παλιάμπελο λέω, θα τον βοήθησω
για να 'χει αυτός τη μηχανή, βρήκα τι θα πουλήσω!
Χρυσαφικά, ακίνητα και μετοχές δεν έχω
η μοίρα μου με όρισε απ' όλ' αυτά ν' απέχω.
Έχω όμως στίχους ζηλευτούς με "νόημα" και "βάρος"
κι αφού το αποφάσισα θα σας το πω με θάρρος:
με μια Pentax μηχανή τους στίχους μου αλλάζω!
Καθόλου δε θα λυπηθώ και στο σφυρί τους βγάζω!